Το Ιμαρέτ του Μεχμέτ Αλή στην Καβάλα



Το Ιμαρέτ της Καβάλας *



Στη δυτική πλευρά της χερσονήσου της Παναγίας και κατά μήκος της κεντρικής της οδού (σημερινής Θ. Πουλίδου) βρίσκεται το Külliye της Καβάλας, πιο γνωστό ως Ιμαρέτ. Πρόκειται για ένα μνημείο μοναδικό στον ελλαδικό χώρο: Σπάνιο δείγμα των μεγάλων ιδρυμάτων της τελευταίας οθωμανικής περιόδου, από τα τελευταία που κατασκευάστηκαν και το μόνο που σώθηκε σχεδόν ακέραιο.

Το Ιμαρέτ κτίστηκε στο μεγαλύτερο μέρος του μεταξύ 1817-1821 και πήρε την οριστική του μορφή στα μέσα του 19ου αιώνα. Είναι έργο του Μεχμέτ Αλή, βαλή της Αιγύπτου (1805-1848), ο οποίος για συναισθηματικούς λόγους θέλησε να ευεργετήσει τη γενέτειρά του με αυτό το θρησκευτικό, εκπαιδευτικό και φιλανθρωπικό ίδρυμα. Τα έξοδα για τη συντήρηση και τη λειτουργία του Ιμαρέτ καλύπτονταν από τις προσόδους της Θάσου. Το 1813 ο σουλτάνος παραχώρησε το νησί στο Μεχμέτ Αλή ως ανταμοιβή για τη στρατιωτική βοήθεια που του είχε προσφέρει λίγα χρόνια πριν. 

Το Külliye του Μεχμέτ Αλή καταλαμβάνει έκταση περίπου τεσσάρων στρεμμάτων και αποτελείται, στη τελική του μορφή, από δύο μεντρεσέδες, δύο ντερσανέ - μεστζίτ, ένα μεκτέμπ, ένα ιμαρέτ και τα γραφεία της διεύθυνσης. Συγκροτείται από τέσσερις επιμέρους κτιριακές ενότητες που παρατάσσονται σε σειρά και οργανώνονται γύρω από περίκλειστες αυλές. Η κλειστή και εσωστρεφής οργάνωση είναι χαρακτηριστικό των κτισμάτων ομαδικής διαβίωσης και προέρχεται από το μοναστηριακό πρότυπο. 

Αεροφωτογραφία Αχιλλέα Σαββόπουλου
Την πρώτη από βορρά κτιριακή ενότητα συγκροτούν το μεκτέμπ και το ιμαρέτ, που κτίστηκαν το 1820-1821. Το μεκτέμπ ήταν σχολείο βασικής εκπαίδευσης για αγόρια. Οι νεαροί μαθητές μάθαιναν αποσπάσματα από το Κοράνι, γραφή, ανάγνωση και λίγα στοιχεία αριθμητικής.

Το ιμαρέτ (“κουζίνα”) παρείχε δωρεάν φαγητό στους σπουδαστές αλλά και στους άπορους της πόλης, αδιακρίτως θρησκεύματος. Στα θολωτά μαγειρεία του κόχλαζαν τα μεγάλα καζάνια για να χορτάσουν τους πεινασμένους, καθημερινά με σούπα ή πιλάφι και fodla, ένα είδος λεπτής πίτας, μία ή δύο φορές την εβδομάδα και με κρέας, ενώ τις Παρασκευές και τις γιορτές και με zerde, ρύζι με μέλι χρωματισμένο με κρόκο.

Την τέταρτη ενότητα, στο νότιο άκρο του συγκροτήματος, προς την εκκλησία της Παναγίας, αποτελούν τα γραφεία της διεύθυνσης. Το κτίριο της διοίκησης κτίστηκε λίγο μετά τα μέσα του 19ου αιώνα. Μέχρι το 1854 τη διαχείριση του βακουφιού την είχαν Τούρκοι μπέηδες της Καβάλας. Τότε για πρώτη φορά τοποθετείται Αιγύπτιος διοικητής της Θάσου, ο οποίος ήταν παράλληλα και διευθυντής του Ιμαρέτ. Στις αρχές του 20ού αιώνα οι Αιγύπτιοι προγραμμάτιζαν τη μεταφορά των γραφείων της διεύθυνσης σε μεγαλοπρεπές μέγαρο που θα κτιζόταν στο οικοδομικό τετράγωνο απέναντι από τη Β.Α. γωνία του Ιμαρέτ. Όμως λόγω των πολιτικών αλλαγών (το 1902 καταργήθηκε το ιδιότυπο καθεστώς της τουρκοαιγυπτιακής συγκυριαρχίας της Θάσου και το νησί επανήλθε στην τουρκική εξουσία) η κατασκευή του δεν προχώρησε πέρα από ένα αρχικό στάδιο.

Αριστ.: Από το εσωτερικό της θολωτής αίθουσας διδασκαλίας - Δεξ.: Δωμάτιο σοφτάδων

Στο κέντρο και στο μεγαλύτερο μέρος του συγκροτήματος εκτείνονται οι δύο κτιριακές ενότητες των μεντρεσέδων, με τις αίθουσες διδασκαλίας και προσευχής, τα δωμάτια των σπουδαστών και τις μεγάλες εσωτερικές αυλές. Οι μεντρεσέδες (ιεροδιδασκαλεία) ήταν εκπαιδευτικά ιδρύματα ανώτερης βαθμίδας, όπου διδάσκονταν η θεολογική, η νομική και οι άλλες επιστήμες του Ισλάμ. Ο πρώτος μεντρεσές κατασκευάστηκε το 1817-1818, ο δεύτερος τρία χρόνια αργότερα, “λόγω της μεγάλης προσέλευσης των σπουδαστών”. Στις επιγραφές των εισόδων τους εξαίρεται η αγαθοεργία του Μεχμέτ Αλή και το ενδιαφέρον του για την Καβάλα, “την ιερή του πατρίδα”. Θέλοντας να την ανακαινίσει, οικοδόμησε εξαίρετα ιεροδιδασκαλεία για τους επιστήμονες, προσφορά στην γενέτειρα πόλη, που θα μνημονεύει το όνομά του μέχρι τη συντέλεια του κόσμου.

Οι σπουδαστές των ιεροδιδασκαλείων (σοφτάδες) έρχονταν από διάφορα μέρη της οθωμανικής επικράτειας, κατά κανόνα στην ηλικία των 14-15, και φοιτούσαν εδώ για μερικά χρόνια ή και για μερικές δεκαετίες! Έμεναν οικότροφοι στους 61 κατοικήσιμους χώρους των μεντρεσέδων, ανά 4 ή 5 σε κάθε δωμάτιο. Κατά καιρούς όμως, σύμφωνα με τις πηγές τις εποχής, ο αριθμός τους έφτανε και τους 600. Εκτός από δωρεάν τροφή και στέγη, έπαιρναν ένα μικρό χρηματικό βοήθημα, απαλλάσσονταν από την στρατιωτική υπηρεσία και μετά την αποφοίτησή τους τοποθετούνταν σε ηγετικές θέσεις του κρατικού μηχανισμού. Η εκπαίδευσή τους βασιζόταν στην εκμάθηση των ιερών βιβλίων και στην αποστήθιση περικοπών από το Κοράνι, ενώ οι κοσμικές τους γνώσεις ήσαν περιορισμένες και αναχρονιστικές. Τα μαθήματα γίνονταν στις μεγάλες αίθουσες διδασκαλίας (ντερσανέ), που λειτουργούσαν και ως χώροι προσευχής (μεστζίτ). Η πρώτη, με το μεγάλο υπερυψωμένο θόλο, ανήκει στην αρχική κατασκευή, η δεύτερη κτίστηκε το 1863-1864.

Το Ιμαρέτ από την πλευρά της θάλασσας (αρχές 20ού.αι.)
Από τα μέσα του 19ου αιώνα η χρησιμότητα του Ιμαρέτ άρχισε να αμφισβητείται και πολλοί ζητούσαν την κατάργησή του. Οι επισκέπτες της πόλης το περιέγραφαν ως συνώνυμο του σκοταδισμού, της οπισθοδρόμησης και της ανατολίτικης ραθυμίας. Οι κάτοικοι της Θάσου με διαβήματα προς τους χεδίβηδες της Αιγύπτου ζητούσαν ένα μέρος των εσόδων του Ιμαρέτ για να καλύψουν τις εκπαιδευτικές ανάγκες του νησιού. Οι χριστιανοί της Καβάλας το θεωρούσαν πηγή μισαλλοδοξίας και φανατισμού και κέντρο κάθε ανθελληνικής ενέργειας.

Για το σύνοικο χριστιανικό πληθυσμό οι σοφτάδες αποτελούσαν φόβητρο. Εξ  αιτίας του θρησκευτικού χαρακτήρα της εκπαίδευσής τους και της πολύχρονης απομάκρυνσής τους από την κοσμική ζωή, οι σπουδαστές των μεντρεσέδων διαπνέονταν από ιερό φανατισμό και έτρεφαν μίσος για τους αλλόθρησκους. Κατά τις περιόδους έντασης ή κρίσης στις ελληνοτουρκικές σχέσεις (στην Επανάσταση του 1821-1830, στον Κριμαϊκό πόλεμο του 1854-1856, στην Κρητική επανάσταση του 1866-1869, στην “Ανατολική κρίση” του 1876-1878, στον πόλεμο του 1897) οι σοφτάδες επιστρατεύονταν συχνά από τις τουρκικές αρχές της πόλης ή από τους ισχυρούς μπέηδες της Δράμας για να τρομοκρατήσουν τους Έλληνες της Καβάλας. Αναφέρεται μάλιστα ότι για το σκοπό αυτό υπήρχαν στις αποθήκες του Ιμαρέτ όπλα και πολεμοφόδια.

Οι δύο μεντρεσέδες έπαυσαν τη λειτουργία τους το 1902, όταν καταργήθηκε το ιδιότυπο καθεστώς της τουρκοαιγυπτιακής συγκυριαρχίας της Θάσου. Η δωρεάν παροχή φαγητού συνεχίστηκε και μετά την προσάρτηση της περιοχής στο ελληνικό κράτος και σταμάτησε το 1923. Το Ιμαρέτ έκλεισε έναν αιώνα ζωής και ουσιαστικά έπαψε να υφίσταται από τον Ιούνιο του 1924.

Κτητορική επιγραφή στο ιμαρέτ(κουζίνα)
Το 1931, προκειμένου να διαπλατυνθεί η οδός Ζαλόγγου (όπως ονομαζόταν τότε η Θ. Πουλίδου), ένα μέρος του Ιμαρέτ κατεδαφίστηκε: η σειρά των δωματίων του δεύτερου μεντρεσέ, τμήμα του μεκτέμπ και η αρχικά κύρια είσοδος του ιμαρέτ.

Από τα τέλη του 1922 οι χώροι του Ιμαρέτ χρησιμοποιήθηκαν για τη στέγαση των προσφύγων. Αρκετές φτωχές οικογένειες παρέμειναν εκεί επί δεκαετίες, πληρώνοντας ένα μικρό ενοίκιο στον εκάστοτε εκπρόσωπο του Οργανισμού Βακουφίων της Αιγύπτου. Το 1967 διατάχθηκε η αποχώρηση των ενοίκων και το μνημείο σφραγίστηκε. Μέχρι να ρυθμιστεί το ιδιοκτησιακό καθεστώς των βακουφικών ακινήτων της Καβάλας και της Θάσου, το Ιμαρέτ παρέμεινε πλήρως εγκαταλειμμένο. Με την ελληνοαιγυπτιακή συμφωνία του 1984 αναγνωρίστηκε ότι το Ιμαρέτ και “η οικία του Μωχάμετ Άλυ” αποτελούν αιγυπτιακές ιδιοκτησίες και οι δύο χώρες συμφώνησαν να συνεργαστούν για τη διατήρηση και συντήρησή τους. Μέχρι πριν από λίγα χρόνια ένας χώρος του Ιμαρέτ ήταν αναψυκτήριο και ταβέρνα και κάποιοι άλλοι χρησιμοποιούνταν ως αποθήκες των γειτονικών καταστημάτων.
Το μεκτέμπ

Το 2001 το μνημείο ενοικιάστηκε για 50 χρόνια από την Άννα Μισιριάν, επιχειρηματία της Καβάλας, αναστηλώθηκε και μετατράπηκε σε έναν πολυτελή και καλαίσθητο χώρο φιλοξενίας, που διατηρεί κάτι από την ατμόσφαιρα της εποχής του. Τα πιο γοητευτικά στοιχεία του Ιμαρέτ είναι οι τρεις εσωτερικές αυλές, κυρίως η μεγάλη τετράγωνη με την κινστέρνα, που σήμερα αποκαλείται “κήπος του νερού”, και οι θολοσκεπείς στοές με τις ρυθμικά επαναλαμβανόμενες καμάρες και τα πολυάριθμα ανοίγματα, που συνδέουν τους κλειστούς με τους ανοικτούς χώρους.

 Η κλειστή και εσωστρεφής διάταξη του συγκροτήματος δεν επιτρέπει στον επισκέπτη της παλιάς πόλης να έχει πλήρη οπτική επαφή με την πολυμορφία του μνημείου. Από τη Θεοδ. Πουλίδου, όπου ανοίγονται οι κύριες προσβάσεις, το εσωτερικό δεν είναι ορατό εξ αιτίας της έντονης κλίσης του εδάφους και του υπερυψωμένου τοίχου του. Περισσότερο αντιληπτό γίνεται το σύνολο του Ιμαρέτ από την πλευρά της σύγχρονης προκυμαίας και ψηλά από την ακρόπολη. Κυρίαρχα στοιχεία στη γενική αυτή εικόνα είναι οι υπερυψωμένοι θόλοι, επενδυμένοι με φύλλα μολύβδου, και οι πολυάριθμες καμινάδες. 





Οι γενίτσαροι και οι σοφτάδες του Ιμαρέτ

Το Ιμαρέτ στις αρχές του 20ού αιώνα

Μέχρι τις τελευταίες δεκαετίες του 19ου αιώνα επικρατούσε στην Καβάλα ένας παράδοξος ιστορικός μύθος, τόσο εδραιωμένος στη συλλογική συνείδηση, ώστε να αναπαράγεται ως ιστορικό δεδομένο (με εκφράσεις του τύπου: “όπως είναι γνωστό”) και να καταγράφεται ακόμη και στην επίσημη προξενική αλληλογραφία: “Δεν αγνοεί το Υπουργείον ότι εν Καβάλλα υπάρχουσιν οι φανατικώτεροι Οθωμανοί, καθόσον τον φανατισμόν αυτών διέσωσαν έκπαλαι, διασωθέντων ενταύθα των σπουδαιοτέρων Γενιτσάρων κατά την καταστροφήν αυτών, παρά των οποίων και μετέλαβον τον κατά των χριστιανών μέγαν φανατισμόν των…” (Υποπρόξενος Αρ. Παπαδόπουλος προς Υπ.Εξωτερικών, Καβάλα 26-4-1876). Σύμφωνα με το μύθο, όσοι από τους γενίτσαρους είχαν διασωθεί μετά τη διάλυση του επίλεκτου αυτού σώματος και την εξόντωσή τους (1826), κατέφυγαν στην Καβάλα!

Πίσω από την παράδοξη αυτή πεποίθηση βρίσκονταν αναμφίβολα οι σοφτάδες του Ιμαρέτ, που με τα μισαλλόδοξα κηρύγματά τους επηρέαζαν καταλυτικά τη μουσουλμανική κοινωνία της μικρής –ακόμη– πόλης. «Η Καβάλα είναι μια φωλιά παλαιοτουρκικού φανατισμού», σημείωνε στα 1873 ο Γερμανός Löher. Την ίδια εποχή σε προξενικές εκθέσεις τονίζεται ότι η μουσουλμανική κοινότητα της πόλης είναι ένας ιδιαίτερος μικρόκοσμος, ο πιο φανατικός ανάμεσα σ’ όλες τις πόλεις της ευρωπαϊκής Τουρκίας.

Οι σοφτάδες πρωτοστατούσαν στην τρομοκράτηση του σύνοικου χριστιανικού πληθυσμού. Οι πηγές της εποχής διεκτραγωδούν τις ύβρεις, τις κατάρες και τις απειλές, τις προσβολές και ταπεινώσεις, τους προπηλακισμούς και τις κακοποιήσεις που έπρεπε να υποστούν οι «άπιστοι», όσοι τολμούσαν να περάσουν μπροστά από το Ιμαρέτ για να κατευθυνθούν προς τη χριστιανική συνοικία της χερσονήσου. Μέχρι περίπου το 1880 πίσω από κάθε ανθελληνική ενέργεια στην Καβάλα όλοι έβλεπαν «την ενταύθα οθωμανικήν σχολήν του Ιμαρετίου Μεχμέτ Αλή πασά, εν η διαιτώνται ως κηφήνες περί τους τριακοσίους Οθωμανόπαιδας», που χρησιμεύει «πάντοτε ως πυρήν του κατά των χριστιανών μίσους και φανατισμού», όπως έγραφε ο Έλληνας προξενικός πράκτορας το δραματικό καλοκαίρι του 1866.



Ο Μεχμέτ Αλή και οι Αιγύπτιοι


Ο Μεχμέτ Αλή γεννήθηκε στην Καβάλα το 1769 από οικογένεια Τουρκαλβανών (σύμφωνα με άλλη άποψη, προσφάτως διατυπωθείσα, από οικογένεια Κούρδων από το Ικόνιο της Μικράς Ασίας). Ορφάνεψε μωρό και την προστασία του ανέλαβε ο Τοσούν αγάς, στρατιωτικός διοικητής της περιοχής. Στα νεανικά του χρόνια συναναστρεφόταν τους Γάλλους εμπόρους της Καβάλας και μάλλον ασχολήθηκε και ο ίδιος με το εμπόριο. Αργότερα κατατάχθηκε στον τουρκικό στρατό και έζησε στην Καβάλα μέχρι την ηλικία των 32 ετών.

Το 1801 ένα σώμα 300 ανδρών από την Καβάλα στάλθηκε στην Αίγυπτο εναντίον των Γάλλων εισβολέων. Υποδιοικητής ήταν ο Μεχμέτ Αλή, που έτσι άρχιζε την καταπληκτική του σταδιοδρομία. Σύντομα απέκτησε δύναμη, υπέταξε τους ισχυρούς Μαμελούκους μπέηδες, κατέλαβε την εξουσία και το 1805 αναγνωρίστηκε από το σουλτάνο βαλής της Αιγύπτου. Ως ημιανεξάρτητος ηγεμόνας έθεσε τα θεμέλια για την αναδιοργάνωση και τον εκσυγχρονισμό της χώρας του, με βάση ευρωπαϊκά πρότυπα. Η δυναστεία του τερματίστηκε το 1953, όταν ο Φαρούκ ανατράπηκε από το Νάσερ.

Στις αρχές της δεκαετίας του 1810 βοήθησε το σουλτάνο να καταστείλει την εξέγερση των Βαχαβιτών και να επανακτήσει τη Χετζάζη. Για να τον ανταμείψει ο Μαχμούτ ο Β΄ του παραχώρησε τη Θάσο με όλες τις προσόδους της. Γιατί ο Μεχμέτ Αλή ζήτησε τη Θάσο; Προφανώς επειδή βρισκόταν απέναντι από την Καβάλα και με τον πλούτο της θα μπορούσε να πραγματοποιήσει τα σχέδια που είχε για τη γενέτειρά του. Πιθανόν όμως και για λόγους ευγνωμοσύνης: Σύμφωνα με μία παράδοση, ο Μεχμέτ Αλή έζησε ως βρέφος σε οικογένεια του Αγίου Γεωργίου της Θάσου και έγινε ομογάλακτος (σουτ καρντάς) με τα παιδιά της. Σύμφωνα με άλλη πηγή, όταν οι τουρκικές αρχές της Καβάλας τον καταδίωκαν για κάποια ενέργειά του, βρήκε άσυλο στο ίδιο χωριό και στην ίδια οικογένεια.

Το ενδιαφέρον του Μεχμέτ Αλή για την Καβάλα ήταν αδιάλειπτο: Η πρόθεσή του να κατασκευάσει ένα σύγχρονο λιμάνι αντιμετωπίστηκε με καχυποψία από τις τουρκικές αρχές. Κατασκεύασε όμως το Ιμαρέτ και επισκεύασε τμήματα του Υδραγωγείου, των ετοιμόρροπων τειχών και δρόμους της παλιάς πόλης. Η μέριμνα συνεχίστηκε και από τους διαδόχους του, κυρίως από τον Αμπάς Χιλμί (1894-1914). Στις αρχές του 20ού αιώνα οι Αιγύπτιοι σκόπευαν να  αναμορφώσουν τη συνοικία της Παναγίας και γι’ αυτό εκπόνησαν δύο ολοκληρωμένα σχέδια, ρυμοτομικό και ύδρευσης, που όμως δεν υλοποιήθηκαν. Στις προθέσεις τους ήταν και η δημιουργία Εμπορικής και Βιομηχανικής Σχολής στο χώρο της ακρόπολης.
Η σαρκοφάγος της μητέρας του Μεχμέτ Αλή
Χρηματοδότησαν επίσης αρκετά έργα στην πόλη, στήριξαν με τις επιχορηγήσεις τους τη λειτουργία του Νοσοκομείου των Απόρων (Gureba) και βοήθησαν την Καβάλα σε δύσκολες στιγμές της. Π.χ. το Νοέμβριο του 1912, μετά την εγκατάσταση των βουλγαρικών αρχών, η θαλαμηγός του χεδίβη έφερε στην Καβάλα 2.000 σάκους αλεύρι για τους φτωχούς της πόλης.

Παράλληλα με το πλεόνασμα των προσόδων της Θάσου έκαναν και επενδύσεις σε ακίνητα, κυρίως στο νησί και στην Καβάλα. Πολλά από αυτά πωλήθηκαν αργότερα σε ιδιώτες. Σήμερα, μετά την τελική ρύθμιση του 1984, παραμένουν υπό αιγυπτιακή ιδιοκτησία το Ιμαρέτ, ένα οικόπεδο με οικία στην οδό Ιουστινιανού και το κονάκι του Μεχμέτ Αλή, απέναντι από την εκκλησία της Παναγίας. Στην αυλή του έχει τοποθετηθεί ο τάφος της μητέρας του, που μέχρι το 1968 βρισκόταν στον οκταγωνικό τουρμπέ της κεντρικής πλατείας. Τους παλιούς δεσμούς της Καβάλας με την Αίγυπτο ενισχύει το νεοϊδρυθέν στην πόλη “Ινστιτούτο Μοχάμεντ Άλι”.



Το τεμπελχανείο και η “Ακαδημία Επιστημών” της Καβάλας

Λεπτομέρεια σημερινού Ιμαρέτ (φωτ. Μαρίας Καλογιώργη)
Για τους Ευρωπαίους επισκέπτες της Καβάλας το Ιμαρέτ ήταν ένας χώρος εξωτικός, συνώνυμος με τις αρνητικές όψεις του πολιτισμού της Ανατολής, το σκοταδισμό και τη ραθυμία. Ο Γερμανός Löher καταγράφει στα 1873 μια ήδη γνωστή ιστορία: Όταν ο Μεχμέτ Αλή αποφάσισε να ευεργετήσει τη γενέτειρά του, αρχική του πρόθεση ήταν να χαρίσει στους συμπολίτες του ένα σχολείο για να φωτίσει τα μυαλά τους κι ένα καλό λιμάνι για ν’ ανθήσει το εμπόριο. Όμως οι Τούρκοι της πόλης θεώρησαν το πρώτο περιττό, αφού όλες οι χρήσιμες γνώσεις περιέχονταν στο Κοράνι, και το δεύτερο βλαπτικό, επειδή τα πολλά καράβια θα έδιωχναν τα καλά ψάρια στα βαθιά! Έτσι παρακάλεσαν το συντοπίτη τους να τους κτίσει ένα ιμαρέτ (πτωχοκομείο). Ο Μεχμέτ Αλή δεν τους χάλασε το χατίρι. Μετά από αυτό, λέει, αυξήθηκε η έμφυτη οκνηρία των κατοίκων της Καβάλας. Ξαφνικά όλοι έγιναν άποροι, απέφευγαν να εργαστούν και τρέφονταν με το καθημερινό πιλάφι του ιμαρέτ. Όποιος στην πόλη ήθελε να φάει ψάρια έπρεπε να τα πιάσει ο ίδιος, αφού και οι ψαράδες ζούσαν τώρα από το Ιμαρέτ!

Την ιστορία του «κακόφημου Ιμαρέτ» διηγείται κάπως διαφορετικά ο Εγγλέζος Abbott. Το 1900 επισκέφτηκε τις τεράστιες κουζίνες και μπήκε στα δωμάτια των σοφτάδων. Εκεί, μέσα σε ένα σύννεφο καπνού, διέκρινε τέσσερα γενειοφόρα άτομα στο πάτωμα κι ένα πέμπτο στο πατάρι, που έπιναν καφέ, κάπνιζαν τα τσιμπούκια τους και ομφαλοσκοπούσαν. Το πολυσέλιδο κεφάλαιο έχει τον τίτλο «Tembel-haneh» (τεμπελχανείο).

Η φήμη του Ιμαρέτ είχε ξεπεράσει τα όρια της Καβάλας. Στο διήγημα του Παπαδιαμάντη «Τα Χριστούγεννα του τεμπέλη» το Ιμαρέτ αναφέρεται ως ίδρυμα για τη σίτιση των τεμπέληδων! Των πραγματικών όμως και αποδεδειγμένων. Η διάκριση ήταν εύκολη για τον επιστάτη: Ξάπλωνε τους άεργους σε μία ψάθα και της έβαζε φωτιά. Όποιος προτιμούσε να καεί, παρά να σηκωθεί, ήταν σωστός τεμπέλης και είχε δικαίωμα στο πιλάφι. Οι άλλοι έχαναν το προνόμιο της δωρεάν σίτισης! 

Η διανομή του φαγητού ήταν για τους ξένους επισκέπτες ένα θέαμα εντυπωσιακό. Από το πρωί ακόμη στην είσοδο του ιμαρέτ συνωστίζονταν οι φτωχοί της πόλης, με πιάτα, δίσκους, κατσαρόλες και ό,τι άλλο διαθέσιμο, για να τιμήσουν τη φιλανθρωπία του βαλή της Αιγύπτου. Ορισμένοι προτιμούσαν να τρώνε επιτόπου. Γύρω στα 1860 ένας περιηγητής απαθανατίζει την εξής σκηνή: Μια γριά καθισμένη αναπαυτικά στα σκαλιά τρώει με τα χέρια το zerde από ένα τσουκάλι, καινούριο μεν, αλλά προορισμένο για χρήση εντελώς διαφορετική! Μια τέτοια εικόνα, γράφει, στη Γαλλία θα συγκέντρωνε δέκα χιλιάδες θεατές. Εδώ όμως φαίνεται στους περαστικούς ως το πιο φυσικό πράγμα του κόσμου!
Λεπτομέρεια (φωτ. Μαρίας Καλογιώργη)

Στον ίδιο περιηγητή δόθηκε η ευκαιρία να συνομιλήσει με τους έφηβους σοφτάδες και να διαπιστώσει τις… αστρονομικές γνώσεις τους: Η γη είναι στρογγυλή σαν ταψί και αποτελεί το κέντρο του σύμπαντος, ενώ ο ήλιος περιστρέφεται αιωνίως γύρω της. Η σελήνη κρύβεται τη μέρα για να ξεφύγει από τα δόντια του κακού δράκου και τα αστέρια είναι φανάρια που τα ανάβει ο θεός για να φωτίζουν τους βασιλιάδες του κόσμου. Πάνω απ’ τον ουρανό, αυτή την τεράστια τέντα, δεν υπάρχει τίποτε! Ο Γάλλος επισκέπτης ευχαριστεί το θεό που τον αξίωσε να ζήσει μια τέτοια εμπειρία στην “Ακαδημία Επιστημών της Καβάλας”!


* Το κείμενο αυτό δημοσιεύτηκε στην έκδοση του Δήμου Καβάλας,  Νεάπολις - Χριστούπολις - Καβάλα, Οδοιπορικό στο χώρο και στο χρόνο της παλιάς πόλης, κεφ. "Γ4. Ιμαρέτ", σελ. 159-169.

 
Άποψη του Ιμαρέτ από την ακρόπολη (αρχές 20ού αι.)

 
Σχέδιο του αρχιτέκτονα Antonio Lasciac Bey για το μέγαρο διοίκησης του Ιμαρέτ της Καβάλας
 
Λεπτομέρεια από το άγαλμα του Μ. Αλή στην Καβάλα (φωτ. Μαρία Καλογιώργη)                    







Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου